Πέμπτη, 27 Απριλίου 2017

Almost Total Recall

Όταν διάβασα την περίπτωση της Rebecca Sharrock, άρχισα να σκέφτομαι πως κάπου στον κόσμο έχω μια αδερφή ψυχή και πως το HSAP δεν πρέπει να είναι τόσο σπάνιο. Αντίθετα, η μέχρι τώρα κρατούσα άποψη των ψυχιάτρων, ότι δεν είναι δυνατόν να ανακαλέσεις μνήμες κάτω από τα τέσσερά σου, με πίεζε αφόρητα, γιατί με ήθελε περισσότερο ούφο απ' όσο είμαι.

Δε γνωρίζω αν πάσχω από υπερθυμησία, η μνήμη μου είναι επιλεκτική, όμως πάει πολύ μακριά· σίγουρα η παπαγαλία μου είναι μαρτύριο, ένα πρόχειρο γκούγκλισμα σου βγάζει κι άλλα, κι αν δώσω ιστορικό σ' έναν καλό κι όχι σκιντζή ψυχίατρο, ίσως βρει και κάποια γενετική μου ανωμαλία κληρονομική, μιας κι ο ετεροθαλής αδερφός μου έχει σύνδρομο Asperger.

Πάντως, οι μνήμες που έχω δεν είναι εμφυτευμένες, δεν είναι θέμα κατοπινών συζητήσεων, αφού δεν μπορούν όλες τους να κριθούν "τραυματικές",  πολλές είναι φωτογραφικές και αδιάφορες.

Όπως για παράδειγμα, τότε που με είχε πάρει ο πατέρας μου  -νοίκιαζε με τ' αδέρφια του όσο ήταν σε διάσταση με τη μάνα μου ένα σπίτι στην οδό Νεόφρονος στο Παγκράτι. Το σπίτι είχε μια σκάλα, που οδηγούσε στην υπερυψωμένη είσοδο, η οποία χωριζόταν από το κυρίως χωλ κι έκλεινε με δεύτερη πόρτα. Δεξιά ήταν το μπάνιο, είχαν μέσα κι ένα κλουβί με καναρίνι και μπανιέρα με ποδαράκια. Ήμουν μόνη με το μικρό αδερφό του πατέρα μου, το θείο Αντρέα, που ήταν φοιτητής της Νομικής, οι θειάδες μου έλειπαν. Εκείνος διάβαζε καθιστός σ' ένα ντιβάνι και περίμενε τηλέφωνο απ' τη Γιούλα, τη λεγάμενη, την επονομαζομένη από τις γεροντοκόρες αδερφές και πουτάνα. Περπατούσα και μιλούσα, αλλά δε χρησιμοποιούσα ακόμη γκιογκιό.  Τα είχα κάνει στο βρακί μου και πάω και του λέω:

-Έκανα κακά, θα με αλλάξεις;

-Πουφ, φύγε από 'δω, βρωμάς, μου λέει.

Περίμενα τον μπαμπά μου, είχα σχεδόν συγκαεί.

-Καλά, ρε δεν μπορούσες ν' αλλάξεις το παιδί τόση ώρα χεσμένο; Του λέει ο πατέρας μου.

-Δικό σου παιδί είναι, όχι δικό μου, του απαντάει αυτός.

Ο πατέρας μου με παίρνει, με χώνει στην μπανιέρα με τα ποδαράκια, μου βγάζει το νάιλον βρακί που συγκρατεί τις πάνες από ύφασμα και με πλένει με την μπαταρία. Με αλλάζει και μου βάζει και προδέρμ, που μυρίζει ωραία.
..........

Θυμάμαι και το άλλο σπίτι που νοίκιαζαν πιο πριν, πάνω απ' το ζαχαροπλαστείο Το Λυχνάρι. Τη διαρρύθμιση του σπιτιού δεν την καλοθυμάμαι, θυμάμαι όμως ότι έπινε ο πατέρας μου φραπέ στο ζαχαροπλαστείο και μου 'δωσε να δοκιμάσω με το καλαμάκι. Μια φορά έβαφαν οι θειάδες μου τα νύχια τους κόκκινα. 

-Θα μου τα βάψεις κι εμένα; ρωτώ τη θεία μου την Μπέμπα.

Μου τα 'βαψε τσάτρα πάτρα κι ήμουν πολύ χαρούμενη. Όταν με επέστρεψαν στη μάνα μου, εκείνη θύμωσε και μου τα ξέβαψε με ασετόν αμέσως. Νόμιζα ότι έκανα κάτι κακό.

....

Θυμάμαι τον πατέρα μου να τηλεφωνεί να με πάρει και τη μάνα μου να του κάνει γυμνάσια. "Δεν μπορείς να πάρεις το παιδί, έχει 41 πυρετό!" Ήμουν μια χαρά κι έπαιζα κι άκουγα και κατάλαβα με ποιον μιλούσε, όπως καταλάβαινα πάντα κι όταν μιλούσαν συνθηματικά για το λεγάμενο, για να μην καταλάβω. Στη λέξη λεγάμενος έστηνα περισσότερο αυτί.

Μια άλλη φορά πάλι είχαν δώσει ραντεβού να της δώσει διατροφή, θα περνούσε απ' το σπίτι.  Ακούω στην πόρτα τον πατέρα μου, αδημονώ. Τρέχω στο χωλ ξωπίσω της, με σπρώχνει βίαια και κλειδώνει πίσω της την πόρτα κι άρχισα να κλαίω γοερά.

....


Θυμάμαι ένα χειμωνιάτικο απόγευμα να ξυπνώ από την υποχρεωτική μεσημεριανή σιέστα -αλλιώς σ' έπαιρνε ο Μεσημεράς- μονάχη μου στο σπίτι. Η γιαγιά μου κι η μάνα μου ήταν δίπλα στης νονάς μου για καφέ. Εγώ δεν μπορούσα να σκαρφαλώσω ακόμη τα κάγκελα του κρεβατιού κι αισθάνομαι πως είμαι μόνη, παρατημένη. Κλαίω.

Θυμάμαι πώς με σήκωναν απ' το κρεβάτι το απόγευμα και με τύλιγαν σε μια κουβέρτα το χειμώνα με μερικά παιχνίδια τριγύρω μου και βιβλία που χάζευα τις εικόνες τους.  Κάποιες με τρόμαζαν, ήταν από κακές μάγισσες, αλλά παραδόξως έμοιαζαν στη γιαγιά μου τη Μαρίκα που την αγαπούσα.


Θυμάμαι πώς με τύλιγε η μάνα μου με κουβέρτες στο κρεβάτι μου με τα κάγκελα, και πώς καρφίτσωνε με παραμάνες ασφαλείας τις κουβέρτες στο στρώμα, για να μην ξεσκεπαστώ, θυμάμαι πώς ίδρωνα απ' το βάρος, η τελευταία ήταν και στρατιωτική χακί κι αγκύλωνε· θυμάμαι τη μυρωδιά της καμφοράς, όταν κρυολογούσα, που με ζάλιζε.

Θυμάμαι μια φορά, που πήρα κουτρουβάλα την πίσω σκάλα της κουζίνας. Κάτω της ήταν έναν ποδόμακτρο από αλουμίνιο για να παίρνει τις λάσπες. Θυμάμαι πώς έσκισα τα γόνατά μου, θυμάμαι πόσο έτσουζε το ιώδιο.

...


Θυμάμαι γιατί κρατούσα μούτρα στο νονό μου στη βάφτισή μου και δεν τον ήθελα. Νονός μου ήταν ο πρώτος μου ξάδερφος, γιος της αδερφής της μάνας μου, 14 χρονών τότε. Ήταν γιατί μ' έπαιρνε αγκαλιά και με πετούσε στον αέρα, μ' έπαιζε βίαια κι εγώ φοβόμουν. Ήμουν 13 μηνών, όταν με βάφτισαν.

Θυμάμαι τη βάφτισή μου. Πόσο με τρομοκρατούσε η θέα του αχνιστού νερού κι έβαλα τα κλάματα από πριν, γιατί η μάνα μου στο μπάνιο πάντα με ζεματούσε. Θυμάμαι πως ήθελα να σβήσω τα κεριά της κολυμπήθρας. Όταν άναβαν τσιγάρο, μου έτειναν πάντα το σπίρτο κι εγώ το έσβηνα.  Μ' άρεσε να σβήνω φλόγες.

...

Θυμάμαι πώς με βάζανε να λέω ποίηματα, ατάκες από διαφημίσεις ή να τραγουδώ και μου 'διναν χαρτζιλίκι, καραμέλες, σοκολάτες.

Θυμάμαι πόσο μου άρεσε να περπατώ με μεγάλους στο πεζοδρόμιο δίπλα σε μάντρες. Ήθελα να με ανεβάζουν στο πεζούλι κι εγώ να περπατώ παράλληλα, να είμαι πιο ψηλή απ' αυτούς.

...

Θυμάμαι πόσο ντροπαλή ήμουν, πώς κρυβόμουν πίσω απ' του μπαμπά μου τα παντελόνια και πόσο γαλιάντρα γινόμουν, όταν μου έδιναν θάρρος.



Θυμάμαι τη γλώσσα των αδερφών και των αδερφάδων του πατέρα μου, όταν κατέβαζαν Χριστοπαναγίες, ιδίως για τη μάνα μου. Καταλάβαινα ότι κάπου υπάρχει κάτι κακό και παπαγάλιζα αυτολογοκρινόμενη στο μέρος που μου φαινόταν ύποπτο. Δεν έβρισκα τίποτα κακό να πω "την Παναγία σου", "το Χριστό σου", η κακιά λέξη ήταν εκτός κι εγώ φώναζα το Χριστούλη και την Παναγίτσα.  Η μάνα μου όμως καταλάβαινε.

-Ποιος τα λέει αυτά, παιδί μου; Ο μπαμπάς σου; Ρωτούσε.

-Όχι, ο θείος ο Νιόνιος. 

Μήνυση μετά στο θείο Νιόνιο και πυρετοί δικοί μου που έφταναν το 42. "Δεν μπορείς να πάρεις το παιδί, ψήνεται στον πυρετό".

...


Θυμάμαι το ανέβα μήλο, κατέβα ρόδι, θυμάμαι τη γιαγιά μου που μου έβαζε κεράσια στ' αυτιά για σκουλαρίκια.

Θυμάμαι πόσο αθώο κι εύπιστο ήμουν, όπως τότε που μου έφερε η νονά μου ένα σκουπάκι κι ένα φαρασάκι νεροχύτη και μου λέει "Μ' αυτό αύριο να σκουπίσεις όλη την αυλή. Όταν γυρίσω απ' τη δουλειά, δε θέλω να δω ούτε ένα φυλλαράκι χάμω!", και κοψομεσιαζόμουν μικρό τοσοδά, να σκουπίζω κοτζαμάν αυλή με τόσο λιλιπούτειο σκουπάκι.

Κι άλλη μια φορά, που η νονά μου έφερε στη μάνα μου αυγό ζεστό από κάποια που είχε κότες κι έκανε κολπάκια πως δε μου το δίνει και θα το δώσει του γιου της, γιατί δεν ήμουν φαγανό και στήσανε σκευωρία με τη μάνα μου "Όχι, εμείς θα σου το πάρουμε" και γυρίζει και λέει η νονά μου:

-Σας το δανείζω λίγο να το πάρετε σπίτι σας να το δείτε, αλλά μην το φάτε, είναι το Δημήτρη μου. 

Κι όταν πήγαμε σπίτι, μου λέει η μάνα μου 

-Ε, λοιπόν, θα τη γελάσουμε. Θα το φας, αλλά δε θα το καταλάβει.

-Και πώς δε θα το καταλάβει; 

-Να, θα κάνουμε από πάνω μια μικρή τρυπούλα και μετά θα κολλήσουμε ένα χαρτί από πάνω και δε θα φαίνεται τίποτα.

-Μα θα ξεκολλήσει.

-Μη σε νοιάζει, θα το κολλήσουμε με σελοτέιπ.


Και το 'φαγα και του κολλήσαμε και χαρτί και της πάμε το τσόφλι του αυγού

-Να, ορίστε, μόνο το είδαμε!

-Δεν το βλέπω όπως σας το έδωσα, κάτι έχει εδώ πάνω, λέει η νονά.

-Δεν έχει τίποτα, λέει η μάνα μου.

-Δε φαντάζομαι να το έφαγε η Λένα, δυσπιστεί εκείνη.

-Όχι, όχι, δεν το έφαγα.

-Σα να μη μου λες αλήθεια. Κάτι βλέπω να γράφει στο μέτωπό σου. "φλου...", "φλουδ...", δε φαίνεται καλά!

-Φλουρί!, πετιέται η μάνα μου ολοκληρώνοντας τη σκευωρία κι εγώ χαιρόμουν, που της ξεφύγαμε!




© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund Τετάρτη 26 Απριλίου 2017





buzz it!

Τετάρτη, 26 Απριλίου 2017

Μακριά απ' τη Συνάφεια



Να δυο σπίτια αχλάδια, ειδικά σχεδιασμένα για ζευγάρια. Χωρίζεις, παίρνει το αχλάδι του και φεύγει. Ή σου αφήνει το αχλάδι, το οποίο μετατρέπεις σε καλλιτεχνικό εργαστήρι ή σε γατόσπιτο.








Ο κύριος Γκου ζει σ' ένα σπίτι-τσαγιέρα στο χωριό Τσεν στην Γκουαγκντόνγκ και θα μπορούσα να πάω να τον βρω, αν λίγα χιλιόμετρα μόλις έξω απ' το χωριό μου, έξω από τη Ribe, την αρχαιότερη πόλη της Δανίας, δε ζούσε ο Γιέππε, που στον ελεύθερο χρόνο του ζωγραφίζει και φτιάχνει από τσιμέντο στάνες - ελέφαντες, στάνες - ιπποπόταμους, στάνες - ρινόκερους με πορτάκι από τον πισινό των μεγαθηρίων. Ο ρινόκερος είναι για να παίρνει έναν υπνάκο ο τσοπάνης, γι' αυτό έχει μέσα και χαλιά, ενδεχομένως και με ψύλλους και με κορέους, πάντως έχει ανέσεις.









Οι γίδες είναι ευτυχείς και περιδιαβαίνουν με γουρούνια, κότες και το μέγα τράγο στον κήπο του Γιέππε, που είναι μεγάλος κι έχει μέσα και συκιά που βγάζει σύκα κανονικά σαν τα δικά μας κι αυτό οφείλουμε να το χαιρετίσουμε με ενθουσιασμό, μιας και τα σύκα που έρχονται καμιά φορά στα σουπερμάρκετ του Βορρά είναι άγουρα για να βλαστήσουν στο ταξίδι κι αν τα αφήσεις λίγο να ωριμάσουν σουφρώνουν και γίνονται μίζερα και κακά σαν τ' αχαμνά του Αβραάμ, όταν αποφάσισε να κάνει γιο μ' εκείνη τη Σάρα, που ήταν στα νιάτα της τόσο ωραία, που ο Αβραάμ την έκανε πάσα στο Φαραώ κι έπαιρνε για αντάλλαγμα γιδοπρόβατα και καμήλες. 







Ο Γιέππε θέλει να φτιάξει και μια μεγάλη φάλαινα, υπνοδωμάτιο με μπάνιο κι άλλα κομφόρ, να τη νοικιάζει ως B&B σε βαρεμένους τουρίστες, που θα για μία τουλάχιστον νύχτα φαντασιώνονται πως είναι Ιωνάδες που αποφεύγουν τη Νινευή. 

Υπάρχουν κι άλλα σπίτια παράξενα. Σπίτια-παπούτσια, σπίτια-ούφο, σπίτια-μανιτάρια, σπίτια-καράβια, σπίτια-σαλιγκάρια, σπίτια-ραπτομηχανές,  δεντρόσπιτα, εγώ θέλω ένα μικρό, χωμένο στο δάσος, να μπορώ να χάνομαι απ' του κόσμου τη συνάφεια, που είπε κάπου κι ο θείος Κώστας, Θεός σχωρέστον! 



© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Τετάρτη 26 Απριλίου 2017


*Οι φωτογραφίες απ' τις στάνες του Γιέππε τραβήχτηκαν στις 2 Αυγούστου 2015 και 13 Αυγούστου 2016


buzz it!

Παρασκευή, 21 Απριλίου 2017

Παίξε, πέσε κάτω, κυλήσου!

Ήταν ένα άθλιο ροζ συνολάκι, το κονόμησα απ' τη θεία μου την Αλέκα την άνοιξη του '74. Εγώ όμως το λάτρευα, ήταν ροζ και οι βασιλοπούλες φορούν ροζ μακρύ φόρεμα με γαλάζια λουλούδια ή -εναλλακτικά στις μεγάλες γιορτές- λαμέ χρυσαφί ή ασημί ή και τα δυο, π.χ. χρυσό φόρεμα με ασημένια κάπα.

Η μάνα μου είχε να το λέει πόσο πρόσεχα τα παιχνίδια μου, δεν τα κακομεταχειριζόμουν ποτέ· κατά βάσιν δε μου επέτρεπε να παίζω με τα παιχνίδια μου, τα έβγαζα από το κουτί τους μόνο, τα στόλιζα, τα κοίταζα, έπληττα, τα ξανάβαζα στο κουτί τους και μετά στο ράφι της ντουλάπας που προοριζόταν για τα παιχνίδια. 



Εξαίρεση ήταν "Το Παλαιοπωλείο". Το Παλαιοπωλείο ήταν ένα μεγάλο ξεχαρβαλωμένο καλάθι βαμμένο με λαδομπογιά καφέ και κίτρινο, ματισμένο με σπάγγο. Μέσα είχε τα αυτοκινητάκια που έβαζε δέλεαρ το κουτί της Οβομαλτίνης και του μουρουνόλαδου, γκαζές, καλειδοσκόπια, κουδούνια χωρίς γλωσσίδι, στρακαστρούκες, καναδυό τάκα τάκα που είχε απαγορεύσει η χούντα, μερικά στρατιωτάκια, κουτιά άδεια, πλαστικά βραχιόλια που μου έφερνε με το σωρό απ' τη φαρμακοβιομηχανία που δούλευε η νονά μου, άδεια μπουκαλάκια από κολόνιες και φάρμακα ή καραμούζες και μια πλαστική κιθάρα με κομμένα τέλια. Αυτά μπορούσα να τα κάνω ό,τι θέλω, μπορούσα και να τα παίξω. Με αποζημίωσαν, γιατί μου χάρισαν ωραία ταξιδέματα, κυρίως οι γκαζές, όταν από μέσα τους κοιτούσα το φεγγάρι.

Στις επισκέψεις ήμουν τύπος και υπογραμμός. Όπου μ' έβαζες, καθόμουν, συχνά χωρίς να κουνηθώ για ώρες. Ήμουν ευγενική, ήσυχη, σιωπηλή -εκτός των ωρών που με έβαζαν να απαγγείλω ένα ποίημα, που το έλεγα θεατρικά, με  τις σωστές παύσεις στα κόμματα και στις τελείες. Κοντολογίς, ήμουν το παιδί "Να-μας-ξανάρθετε".

Σε μια τέτοια επίσκεψη στη θεία Αλέκα ανακοινώνει η μάνα μου "και θα της φορέσω τα καλά της, να την πάω επιτέλους στην Παιδική Χαρά του Σκυλίτση, δεν αξιώθηκα ακόμη να την πάω". Το μόνο που ήξερα για τον Σκυλίτση ήταν οι οδοκαθαριστές που τους είχε ντύσει παγωτατζήδες, είχα δει και καμπόσους, νύχτα, γυρνώντας  με τη μάνα μου από κάποιους "Να-μας-ξανάρθετε" στον Πειραιά.

Κι έρχεται η αποφράς ημέρα. Και φοράω τη ροζ κουστουμιά και παίρνουμε το τρόλεϊ και βγήκαμε Φάληρο. Στην παιδική χαρά δεν υπήρχε ψυχή ζώσα, μόνο εγώ με τις τεράστιες τσουλήθρες και τους κύβους και τα σκάμματα με την άμμο κι η εντολή "Παίξε, πέσε κάτω, κυλήσου ελεύθερα στην άμμο!" Κι εγώ δεν ήθελα, αλλά έπεφτα κάτω και κυλιόμουν, μην παρακούσω τη μαμά.

Γυρίσαμε σπίτι και τότε έπεσε κι η ανακοίνωση στη γιαγιά: "Έπαιξε και κυλίστηκε, πολύ το ευχαριστήθηκε!"


© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Παρασκευή 21 Απριλίου 2017


buzz it!

Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Δε γαμεί κι ο Δίας πια...

Ο κόσμος λέει πάει κατά διαόλου, γαμιέται ο Δίας. Ναι, καλά. Να κάνουμε όρεξη. Όταν ο Δίας γαμεί, γκαστρώνει Νύμφες και Θεές, όλο και κάποιος ήρως γεννιέται να κάνει άθλους, να ευαγγελιστεί σωτήριο μήνυμα για την ανθρωπότητα. Άρα, ή δε γαμεί ο Δίας πια, ή γαμεί με προφυλάξεις ή οι Νύμφες μπήκαν σε κλιμακτήριο και δεν καθίστανται πλέον έγκυες ή πάει κι αυτός, ποιος τον γαμεί το Δία...  Εξόν κι αν τα μπασταρδέλια του, οι ήρωες, ήταν πάντα ρεμπεσκέδες του κερατά και δεν τους βλέπαμε, γιατί γαμιόμασταν εμείς, οι γονείς μας, οι δασκάλοι μας, γιατί ο χρόνος τους εξωράισε και τους εξιδανίκευσε ή γιατί δε γαμιόμασταν ούτε εμείς ούτε οι παππούδες μας ούτε οι δασκάλοι μας κι ονειρευόμασταν καρβέλια ή γαμήσι δι' αντιπροσώπου με το Δία στην εθνική ομάδα να σηκώσει το χρυσό.

Παίζει κι η άλλη πιθανότητα. Να μην καταλαβαίναμε τον κόσμο ντιπ, λόγω τυφλοποντικιάσεως μέσα στις διαστάσεις όπου ετάχθημεν· πώς το λέγει ο Άμποτ στην Επιπεδοχώρα του;  Αν είσαι τρίγωνο και συνωστίζεσαι με ευθείες, μπορεί και να μην τις πάρεις χαμπάρι, γιατί ενδέχεται να σου έχουν στραμμένη τη μύτη κι όχι την επίπεδη πλευρά, πράγμα που τις καθιστά αόρατες κι επικίνδυνες σα βελόνες, αφού μπορούν να σε τρυπήσουν. Στον κόσμο των δύο διαστάσεων είναι αδύνατο να αποκτήσεις συνολική οπτική των επιπέδων που σε περιβάλλουν. Είσαι κι εσύ ένα φτωχό επίπεδο, καταδικασμένο να κινείσαι ανάμεσα σε επίπεδα, να πετάξεις δε γίνεται, δεν μπορείς χαρτογραφήσεις το χώρο σου, γυρίζεις γύρω γύρω και βλέπεις πάντα μια πλευρά ή ένα τόξο, στην καλύτερη αντιλαμβάνεσαι και τις γωνίες πριν σε τρυπήσουν, ενδεχομένως και θανάσιμα.




Η εποχή των ηρώων πέρασε, πάει καλιά του κι ο homo universalis κι ο Νιτσεϊκός υπεράνθρωπος· το μόνο που σου επιτρέπεται είναι να παραμείνεις επίπεδο και να έχεις και συναίσθημα, το οποίο κατά περίσταση μπορείς να διαχειρίζεσαι, αν και εφόσον είσαι τυχερός να βρεις ειδική καθοδήγηση από άλλο επίπεδο, πιο εξελιγμένο, που όμως κι αυτό κινείται στην ίδια επιφάνεια.

Ας φανταστούμε τώρα ότι είμαστε ευφάνταστα επίπεδα, που ονειρευόμαστε να γίνουμε μια μέρα στερεά. Δεν έχουμε σαφή ιδέα πώς μπορεί να είναι τα στερεά, όμως μαζευόμαστε, πίνουμε τα ποτηράκια μας, κάτι λέει ο ένας, κάτι ο άλλος, βρίσκουμε κι ένα Δία να γαμεί για να μας βοηθήσει, δόστου και λίγη θετική σκέψη και αισιοδοξία κι ενθουσιασμός, μια κλωτσιά που μπορείς να δώσεις στο διπλανό σου ν' αναπηδήσει λίγο να ανακαλύψει την τρίτη διάσταση (ή κι οι ώσεις του Δία στην παστάδα του την ώρα που γαμεί), φτιάχνουμε κύβους, κώνους, πυραμίδες... Έχω όμως την αίσθηση ότι χρειάζεται πολύς χρόνος να συναρμοστούν τα στερεά κατά τρόπο λογικό να φτιάξουν χώρο και σ' αυτό δεν είναι ο Δίας υπεύθυνος, όσο μπορεί γαμεί κι αυτός, ένας απλός θεός είναι, αλλά να ξέρεις τι είδους στερεομετρικό σχήμα θες να γίνεις. Κι άντε εσύ το βρήκες. Άντε και το βρήκαν κι οι άλλοι. Είναι κοινό το όραμα ή πρέπει πάλι ο Δίας να καθαρίσει, τούτη τη φορά με κανέναν κεραυνό; Δεν αρκούν πέντε τρελοί για ν' αλλάξει ο κόσμος. Πρέπει κι η τρέλα τους να είναι συμβατή, του καθενός με την τρέλα των άλλων. Κι αυτό είναι ζόρι μεγάλο. Ίσως γι' αυτό δεν αλλάζει κι ο κόσμος κατά τρόπο που να μας αρέσει.


© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Τρίτη του Πάσχα 18 Απριλίου 2017

buzz it!

Κυριακή, 16 Απριλίου 2017

Ο Αυγερινός κι η Πούλια

Μια φορά κι έναν καιρό σ' ένα μακρινό νησί, ζούσε μια χήρα, η Αστέρω, με την κόρη της, την Πούλια, που ήτονα έμορφη πολύ κι είχε τις χάρες ούλες, κι ήτονα και καλή και γνωστική και προκομμένη. Η Πούλια αγάπαγε πολύ τη μάνα της που ξενόπλενε για να την αναστήσει και ποτέ χατήρι δεν της χάλαγε. 

Ήρθανε όμως χρόνια δίσεκτα και χαλεποί καιροί κι έπεσε λοιμός μεγάλος στο νησί κι αρρωστήσανε πολλοί και πεθάνανε κι αρρώστησε κι η μάνα της Πούλιας. Γιατρό δεν είχανε μαθές τα χρόνια εκείνα, μόνο τη μάγισσα Κατίγκω που ήξευρε τα βότανα κι έφτιαχνε απ' αυτά φάρμακα κι αλοιφές κι ήτονα και σοφή. Πάει λοιπόν η Πούλια στην Κατίγκω, "το και το, βόηθα με καλή γιαγιά, η μάνα μου πεθαίνει".

-"Αχ, κόρη μου", της λέει η Κατίγκω, "για την αρρώστια αυτή ένα μοναχά φάρμακο υπάρχει, που κανείς δεν μπορεί να το φέρει".

-"Ποιο, μάνα;", ρωτά η Πούλια.

-"Πρέπει να πας να φέρεις τρία δάκρυα. Ένα από τον Ήλιο, ένα απ' τη γυναίκα του, το Φεγγάρι κι ένα από το γιο τους τον Αυγερινό".

-"Και πώς, μαθές θα πάω στον Ήλιο και το Φεγγάρι;"

-"Αυτό δεν το ξεύρω", της λέγει η Κατίγκω. "Μόνη σου θα να τόβρεις".



Την έπιασε την Πούλια απελπισιά και πάει κλαίγοντας στο εικόνισμα της Παναγιάς και παρακαλούσε μ' όλη της την ψυχή να τη βοηθήσει η χάρη Της να βρει το δρόμο για το αρχοντικό του Ήλιου και του Φεγγαριού. Εκεί που παρακαλούσε κι έκλαιγε, αποκάμωσε και τηνε πήρε ο ύπνος. Και βλέπει στον ύπνο της την Παναγιά την Οδηγήτρα  ντυμένη καλογριά, να την παίρνει απ' το χέρι και να την πηγαίνει στη θάλασσα το δειλινό και να της δείχνει το μονοπάτι του Ήλιου μες στη θάλασσα και ύστερα η Παναΐα στ' όνειρο εχάθη.

Ξύπνησε ευθύς η Πούλια, ετοίμασε φαΐ, άφησε της μάνας της τη φροντίδα σε δυο γειτόνισσες, παίρνει μαζί της προσφάι και μόλις πήρε ο ήλιος να γέρνει, τρέχει γραμμή στην ακροθαλασσιά, λύνει απ' τους κάβους τη βάρκα της κι αρχίζει κουπί στο μονοπάτι του Ήλιου. 

Βυθίστηκε όμως ο ήλιος κάτω απ' τη θάλασσα και το μονοπάτι του Ήλιου εχάθη. Τηνε πήρε την Πούλια το παράπονο κι άρχισε να κλαίει και τα δάκρυά της πέφτανε στη θάλασσα. Τηνε λυπήθηκε η θάλασσα και της έστειλε δυο δελφινάκια. Γιατί κλαις; Το και το! Δώσε μας το προσφάι σου και θα σε πάμε εμείς. Ε, τι να κάμει; Τους το 'δωκε.


Παίρνουν τα δελφίνια στην πλάτη τους τη βαρκούλα και την αράξανε στο λιμανάκι έξω απ' του Ήλιου τα παλάτια. Πάει η Πούλια μια και δυο στον Ήλιο και του λέγει:

-"Καλέ μου Ήλιε άρχοντα και χρυσοβασιλιά μου,
δώσε μου ένα δάκρυ σου να γιάνει η μαμά μου!"

-"Έχω δει πολλά, δύσκολα κλαίω", της κρένει ο Ήλιος, "τουλάχιστον κέντησέ μου ένα ζευγάρι παντοφλίτσες να μην περπατώ ξυπόλυτος".


Τι να κάμει η Πούλια, πήρε χρυσοκλωστές και βυσσινί μετάξι κι άρχισε να ράβει και να κεντά στον Ήλιο παντοφλίτσες, μα η δουλειά ήτονα πολλή και της πήρε ένα μήνα και την έτρωγε η αγωνία για τη μάνα της.

Βλέπει ο Ήλιος τις κεντημένες παντοφλίτσες και τόσο συγκινήθηκε που πρώτη φορά θνητός του έκανε κι αυτουνού ένα δώρο, που όλο αυτός χαρίζει κι είναι ούλοι αχάριστοι, που κύλησε ένα δάκρυ απ' τα μάτια του και της το 'δωκε της Πούλιας. 

-"Άμε τώρα στη γυναίκα μου", της λέει. 


Πάει η Πούλια στην Κυρα Σελήνη, πέφτει στα γόνατα και λέγει της:

-"Φεγγάρι εσύ καλοκυρά κι αρχόντισσα Σελήνη,
δώσε μου ένα δάκρυ σου να γιάνει η μαμά μου!"

-"Έχω δει πολλά, δύσκολα κλαίω", της αποκρίνεται το Φεγγάρι, "τουλάχιστον πλέξε μου στο τσιγκελάκι μια μπόλια για τα μαλλιά μου!"

Κάμει η κόρη την ανάγκη φιλοτιμία, πήρε ασημοκλωστές κι άρχισε να πλέκει στο Φεγγάρι μπόλια με μαργαριτάρια και φεγγαρόπετρες, μα η δουλειά ήταν πολλή, μήνας στρογγυλός και μέσα της την έτρωγε η αγωνία. 

Βλέπει το Φεγγάρι την ασημένια μπόλια κι ήτανε τόση η χαρά του που πρώτη φορά άνθρωπος χάρισε και σ' αυτό κάτι, που δάκρυσε. Πήρε το Φεγγάρι το δάκρυ και το 'δωκε της Πούλιας.

-"Ευχαριστώ σε, Κυρα Σελήνη", λέγει η Πούλια, "όμως δυο μήνες εδωνά πλέκω, ράβω και κεντώ κι η μάνα μου θ' αποθάνει!"


-"Μη σε νοιάζει, της λέγει το Φεγγάρι, ζει η μάνα σου, αλλιώς κυλάει ο χρόνος εδώ κι οι δυο μήνες ήτανε στη Γη δυο ώρες μοναχά".

Χάρηκε η Πούλια κι έτρεξε στα δώματα του Αυγερινού. Ο Αυγερινός μόλις την είδε από μακριά συνταράχθη όλος, τόσο που τον άρεζε, που η καρδιά του χτύπησε τρελά κι άρχισε να κλαίει και σκούπισε τα δάκρυά του κρυφά και τα φύλαξε.


Προστρέχει του η Πούλια και του λέγει:

-"Κύρη μου, άστρο της Αυγής, άρχοντα Αυγερινέ μου,
δώσε μου ένα δάκρυ σου να γιάνει η μαμά μου!"


Τι να της πει, μπάρεμ ο Αυγερινός, που 'θελε να τηνε κρατήσει κοντά του όσο πιο πολύ γίνεται;  Γυρνάει λοιπόν κι αυτός και τηνε λέγει:



-"Πολλά έχουν δει τα μάτια μου, δύσκολα κλαίω, θες να μου πλέξεις όμως ένα ζευγάρι γάντια στις βελόνες, που ξεπαγιάζουν τα χεράκια μου απ' τ' αγιάζι βράδυ και πρωί που πρέπει να βγαίνω να φωτίζω;"

-"Να στα πλέξω", του λέγει η Πούλια και πήγε και κούρεψε τα προβατάκια τ' ουρανού που 'ναι γυάλινα και βγάζουν μαλλάκι λαμπρό και διάφανο και το 'γνεσε κλωστή κι έπλεξε  του Αυγερινού στις βελόνες γαντάκια, που 'ταν ζεστά και λαμποκοπούσαν. Η δουλειά ήταν πολλή, η Πούλια την υπολόγιζε στον ένα μήνα, μα ερχόταν στο παραγώνι της ο Αυγερινός και της κρατούσε συντροφιά και της τραγουδούσε με το λαούτο του και κουβεντιάζανε κι ο καιρός κυλούσε πριν να το καταλάβει και περάσανε δυο μήνες. "Άλλες δυο ώρες", σκέφτηκε η Πούλια και λέει μέσα της "δεν πειράζει, είμαι μόνο τέσσερις ωρίτσες εδώ, στο χωριό δεν έχει ακόμη ξημερώσει". 

Όμως, εκειδά πάνου έρχεται βιαστικός ο Ήλιος και της λέγει:

-"Δυο μέρες περάσανε στη Γη κι η μάνα σου πεθαίνει!"

Δίνει βιαστικά ο Αυγερινός το δάκρυ του στην Πούλια, το πήρε η κόρη, την αρπάζει τότε ο Ήλιος με τη χερούκλα του και την κατεβάζει κάτω στο σπίτι της στο νησί. Απιθώνει γοργά η Πούλια τα τρία δάκρυα στην καρδιά της μάνας της και ζωντάνεψε εκείνη.

Έγινε στο χωριό γλέντι τρικούβερτο που ανάρρωσε η Αστέρω χάρη στο ταξίδι της Πούλιας, την Πούλια όμως την έτρωγε το μαράζι για τον Αυγερινό, όμως κουβέντα δεν έλεγε και συνέχισε να είναι καλή κι εργατική.








Προέλευση εικόνας British Library

Πέρασε λίγος καιρός και λέγει μια μέρα η Αστέρω στην κόρη της.

-"Πάνε, κόρη μου να κόψεις ξυλαράκια, πάγω λίγο στο βουνό να μαζέψω ζοχιούς και καυκαλήθρες να τα φάμε σήμερα με ψαράκι.

Πάγει η Αστέρω στο βουνό να μαζέψει χόρτα, όμως ξεπρόβαλε μια οχιά φαρμακερή κάτω από μια πέτρα και τη δάγκωσε και δεν πρόκαμε η κακομοίρα να σώσει ως το χωριό. Την έκλαψε την Αστέρω η Πούλια και μαυροφορέθηκε κι έπιασε το μοιρολόι που για το χατήρι της πήγε ως τον Ουρανό να της φέρει τα δάκρυα του Ήλιου, του Φεγγαριού και του Αυγερινού για να τη γιατρέψει και την έγιανε, αλλά της έμελλε να της αποθάνει από τσίμπημα οχιάς, όμως αυτές ήταν οι βουλές του Θεού και πήγαινε η Πούλια καθημερνώς στο μνήμα της Αστέρως και της φύτεψε βασιλικούς και της άναβε το καντηλάκι.



Μια μέρα, Πάσχα ανήμερα, ήρθανε στο νησί τους πειρατές να κουρσέψουν το έχει ολωνών και πιάσανε και την Πούλια να την πουλήσουν σκλάβα. Την αλυσοδέσαν στο λιμάνι και μαζέψανε κι ούλους τους προεστούς να τους σφάξουν.

-"Αχ, μανούλα μου γλυκιά", στέναξε η Πούλια και ξάφνου έρχεται δίπλα της η μάνα της από τον Άλλο Κόσμο σα φωτεινή σκιά. Της λύνει τα δεσμά και της απίθωσε δίπλα της τις παντοφλίτσες του Ήλιου, την μπόλια του Φεγγαριού και τα γαντάκια του Αυγερινού.

Τα φοράει η Πούλια, δίνει μια κλωτσιά στον αρχηγό, έπιασε αυτός φωτιά και πάει. Δίνει μια κουτουλιά στο ένα πρωτοπαλίκαρό του κι αυτός πάγωσε και πέτρωσε. Δίνει ένα χαστούκι στο δεύτερο πρωτοπαλίκαρο κι ήσπασε σα γυαλί κι οι άλλοι απ' το φόβο τους δώσανε μια βουτιά στη θάλασσα και πέρασε ένα σκυλόψαρο και τους ήκαμε ούλους μια χαψιά. 

Στήσανε τότε τσιμπούσι και χορό και φέρανε κι όργανα και κι αρχίσανε να τρώνε και να πίνουνε και στολίσανε την Πούλια με άνθη και δαντέλες. Κι έσχισε τότε ένα αστέρι το στερέωμα κι έπεσε καταγής μπροστά στα πόδια της Πούλιας. Ήταν ο Αυγερινός. 

-"Ε, Πούλια, θες να γίνεις γυναίκα μου;", τη ρώτησε.

-"Θέλω", του απαντάει αυτή. Κι αναλήφθηκαν τότε η Πούλια κι ο Αυγερινός στους Ουρανούς και παντρεύτηκαν κι ήκαμαν επτά παιδιά, που φωτίζουν τον ουρανό τις νύχτες και δείχνουν το δρόμο στους ναυτικούς και στους οδοιπόρους. 

Ήμουνα κι εγώ στους γάμους τους κι ήφαγα ένα κοπάδι αρνιά κι ήπια και δώδεκα βαρέλια κρασί και χόρεψα τρεις μέρες και τρεις νύχτες.


© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Κυριακή του Πάσχα 16 Απριλίου 2017

buzz it!

Σάββατο, 15 Απριλίου 2017

Αποδράσεις για το Τριήμερο

Τον Ίωνα δεν τον ξέρω. Ξέρω μονάχα πως είναι φυσικός και πως του αρέσουν τα παγκάκια. Παγκάκια που ατενίζουν έναν ορίζοντα, παγκάκια που έχουν άνοιγμα στον ουρανό, στη Γη ή αλλού. Ο Ίωνας έβγαλε έναν κατάλογο προτάσεων για κοντινές αποδράσεις. Να ο κατάλογος του Ίωνα:





Ε, λοιπόν οι αποστάσεις μέχρι το Δία είναι αμελητέες. Πας και με τα πόδια, που λέει ο λόγος. Ο Κρόνος είναι για πικνίκ. Ουρανός όμως και Ποσειδώνας προσφέρονται κι ως προορισμοί για τριήμερο με διανυκτέρευση. 

Δε χρειάζεται καν να κλείσεις εισιτήριο με την ταχεία, πας με το κανονικό τρένο που τρέχει περίπου 5 AU την ώρα και φθάνεις στον Ποσειδώνα σε περίπου 6 ωρίτσες, βάλε και τις στάσεις ενδιάμεσα 7,5 ώρες αντί για 4,5 και σου 'ρχεται και πιο φθηνά. Για πολλά πολλά δεν είναι, έχει όμως ωραίο χρώμα, μπλε του κοβαλτίου κι άφθονο μεθάνιο, που ναι μεν δε μυρίζει ωραία, αλλά είναι ένα κι ένα για τους ρευματισμούς. 

Αν πάρεις χειραποσκευή, πρέπει να έχεις οπωσδήποτε ζεστά ρούχα, διότι το κρύο δεν είναι οι αστείες θερμοκρασίες των γήινων πόλων, πάει στους -218 °C μια ζεστή μέρα. Έχουν όμως ωραίες ξενοδοχειακές μονάδες με λέβητες που λυώνουν τους πάγους. Πας σκεβρωμένος και με δυο μπανάκια ισιώνεις, πετάς από πάνω σου 30 και βάλε χρόνια ταλαιπωρίας και μετά σου κάνουν μασάζ κάτι ξηγημένοι τυπάδες απ' τον Τρίτωνα και κάποιες χταποδίνες από τη Νηρηίδα, που βεντουζώνουν λέει τα πλοκάμια τους όλα μαζί στο πονεμένο σου μέλος και στο κάνουν καινούργιο! 





Η διαμονή κοστίζει το κατιτίς της, αν όμως πλέκεις, ράβεις ή κεντάς κατά το ταξίδι και εκμεταλλευτείς το χρόνο σου επωφελώς, μπορείς να τη βγάλεις και σχεδόν τζάμπα.  Για τις ταχύτητες σαλιγκαριού, σαν της αφεντιάς μου, πάλι δεν υπάρχει πρόβλημα, γιατί μέσα στο τρένο αναπτύσσεις αναγκαστικά ταχύτητες τουλάχιστον ένα παρσέκ την ώρα. Φτάνουν και περισσεύουν να φτιάξεις σκουφιά και κασκόλ για όλα τα όντα του πλανήτη, στη δε επιστροφή φτιάχνεις, αν θες, και δαντέλα που να ενώνει όλους τους πλανήτες μεταξύ τους, γιατί η παλιά σχίστηκε σε πολλά σημεία κι έχει γίνει πια κουρέλι.

Το κάπνισμα δεν επιτρέπεται μέσα στο τρένο παρά μόνο στους ενδιάμεσους σταθμούς (έχει τρεις στάσεις της μιάμισης γήινης ώρας συνολικά), επιτρέπεται όμως ο ναργιλές και το ηλεκτρονικό τσιγάρο (σχεδόν επιβάλλονται), επειδή δημιουργούν μια νέφωση, απαραίτητη για να διατηρηθεί το μυστήριο των μακρινών πλανητών.



© Ελένη Καλλιανέζου, Toftlund, Μ. Σάββατο 15 Απριλίου 2017


buzz it!